Φεύγουν και έρχονται
και δε πείθονται από έρωτα

Έτσι μάλλον πρέπει να είναι
να φεύγουν και να έρχονται
και να μη πείθονται από έρωτα

Να αγαπιόμαστε μόνο όταν υπάρχει λόγος



Στα μεγάλα σου τα ναι
θα ήμουν εκεί
πριν με προλάβει η καταιγίδα
πριν με προλάβει ο δρόμος
που τρέχει πίσω μου
και πίσω σου


Και εγώ
πάλι χαλασμένο ρολόι
βρέθηκα στο πιο βαρύ σου όχι
μα κ αυτό γοητεία έχει

Άλλωστε όλες σου οι λέξεις έχουν.
όλες μου οι λέξεις
Αρκεί να θέλω, να θες και να θέλουν
Ξημερώσαμε με δυό σ΄αγαπώ και ένα σε θέλω,
άλλα καινούργια και άλλα παλιά,
πάντα όμως προορισμένα στο να κοιτάμε δειλά τον εαυτό μας.
το όνομα της ταυτότητας μου δε γίνεται να αλλάξει
μα εγώ μπορώ να σ΄αγαπήσω
και εσύ να με θελήσεις
και η γενικότητα που οι άλλοι μου προσάπτουν
να γίνει για σένα το "ψυχή μου"


Να μου ζωγραφίσεις μια πόλη με κιμωλία.
Και όταν τα πουλιά θα πετάνε
εσύ να χτυπάς παλαμάκια..
Μην ακούς που λένε πως φοβούνται!
Και θα χω και ένα κύκλο
μέσα να ακουμπάω τον εαυτό μου.
Και ότι τραυματισμένη σκέψη έκανα
θα την έχω ντυμένη στα λευκά,
σε ετοιμότητα για το νοσοκομείο των ψυχών μας
Να μου γελάς και να φωτίζει
Δεν αγαπάω πια ανθρώπους
μόνο χαμόγελα



έτσι και αλλιώς πάντα διαλέγεις

κάτι
Το όριο μου δε σταματάει στο άπειρο,
δεν μηδενίζονται οι αποστάσεις,
τα μέτρα τα θέτεις όπως και όπως,
και σε απροσδιοριστία
η κατάληξη


Καλή Ανάσταση
να μας μεθύσουν
πως έρχονται
καλύτερες
μέρες



Να σβήσουμε τα ονόματα μας στα κουδούνια,
και να γράψουμε Άνθρωπος,
να φοράμε ανάποδα τις μπλούζες,
για να φαίνονται οι ραφές,
και ξυπόλητοι στους δρόμους να τρέχουμε,
ουρλιάζοντας το όνομα αυτού που αγαπάμε.

Παρθένοι στην ανωμαλία του καιρού μας
Αν μου τάξεις δυό χαμόγελα θα είναι όλα καλά.
Θα περπατάμε μαζί,με δυό παλάμες αχώριστες και δύο ζευγάρια μεγάλα γελαστά μάτια.
Ναι,ναι έτσι θα γίνει.Θα μου τάξεις δυό χαμόγελα.Και θα ορκιστείς οτι μ΄αγαπάς.

Τα σύννεφα θα είναι παχουλά και ο ήλιος θα 'χει όνομα.
Και αν το φωνάξω θα γυρίσεις.
Και αν το φωνάξεις θα γυρίσω.
Ναι,ναι έτσι θα γίνει.Ο ήλιος θα ΄χει όνομα.
Και θα ορκιστείς οτι μ΄αγαπάς.

Θα ακουμπάς το κεφάλι σου στον ώμο μου,
και θα μιλάμε για το τι θέλω και το τι ήθελες,
για το τι θέλεις και το τι ήθελα.

Και κάποιο βράδυ,
που δε θα το ξέρω και δε θα το ξέρεις,
δε θα είμαι εγώ και δε θα είσαι εσύ.

Θα είμαστε δύο τυχαίες υπάρξεις που κάποτε αγκαλιάστηκαν



Στα έντονα σχέδια των βιτρινών
δε φταίς εσύ που χάνεσαι
στα βήματα των περαστικών
δε φταίς εσύ που μπλέκεσαι.
Και για κορόιδο των γελοτοποιών
που χάχανα ξεχειλίζουν οι τσέπες τους,
δε φταις εσύ αν σε περνάνε..

Στο πλαστικό σου ποτήρι,
αυτά που είπες,αυτά που έκανες,αυτά που θέλησες,
αποκτούν τη συχνότητα κερμάτων,
δε φταίς εσύ.

Αλλά τα τρύπια σου παπούτσια.
Πότε τα διάλεξες;
Σ'αρέσει έτσι που γίνομαι;
Έτσι που τρέχω και πετάω;
Που δεν έχω χρόνο
Δεν εχω
Δεν εχω
Εχω μια τσέπη γεμάτη χαρτόνια
Έχω ένα σπίτι γεμάτο μπαλόνια.
Σ'αρέσει έτσι που γελάω;
Έτσι που χορεύω και σ'αγκαλιάζω;
Που δεν έχω χρόνο
Δεν εχω
Δεν εχω
Έχω μια παλάμη γεμάτη σταγόνες

-Φόρεσε τις καλές σου λέξεις
να γίνεις όμορφη
να με μάθεις να αγαπάω

Κοίταξε με και διάλεξε χρώμα και μέγεθος

Διάλεξε από τα μάτια μου το ¨σε σκεφτομαι¨
και ξετρύπωσε από τα βλέφαρα μου το ¨μου λείπεις¨

-Ποιό μέρος της σάρκας σου μου δώρισες για να μπορώ να σε αγγίξω;
Το άρωμα σου μου ανήκει από τη μέρα που ακούμπησα στο στήθος σου εκείνη τη μαργαρίτα.

-Είναι δικό σου ότι σου ανήκει

-Δε με ξέρεις

-Σε φαντάζομαι

-Δε με ξέρεις καλά

-Σε λένε Εικόνα

-Με λένε Ανάγκη


Τα κόκκινα φεγγάρια των ημερών μας,
μονότονα φανάρια των λεωφόρων
που σε ζαλίζουν και σε ζαλίζουν.


Οι λέξεις που ξεφεύγουν,
τώρα παρατημένα μπουκάλια κρασί,
αδειάζουν στο ποτήρι γουλιά- γουλιά τον εαυτό σου.


Οι συμβουλές και οι εξηγήσεις,
ανόητα αποτυπώματα φιλιών σε παλιούς καθρέφτες,
τόσα πολλά στριμωγμένα, μέχρι να πεις:
φτάνει και φτάνει.
Στα δάχτυλα μου τα σβηστά τσιγάρα,
η ψευδαίσθηση πως εξαρτώμαι από κάπου,
στο καθρέφτη το αποτύπωμα των στεγνών χειλιών μου,
καιρό απότιστα από όμορφες λέξεις,
τα μάτια μου κλειστά,
χωρίς οράματα και διάφορα που κάποτε είχα..

Θα μπορούσα να πω πως φταις εσύ,
που αφήνεις μισοτελειωμένο το κάθε μου όνειρο,
μα δεν θα σου δώσω την ευθύνη της διάθεσης μου,
υπάρχει για μένα.



Βρήκα μια πρόθεση το πρωί στη κουζίνα μου
Δε παραπέμπει στο "προ-χώρησες"
αλλά στο "προ-δωσες"
η ώρα πέρασε,ο χρόνος δεν είναι πια χρόνος.
Είναι μια δερμάτινη βαλίτσα αναμνήσεων και παλιών υποθέσεων.Είναι ένας φάκελος με αποκόμματα περιοδικών και κολλημένες τσίχλες στο πάτο της σχολικής μου τσάντας.Βρεγμένα χαρτομάντηλα από χυμένα δάκρυα και σκισμένα μανίκια από ξέφρενα κυνηγητά.
Ο χρόνος δεν είνα πια χρόνος.Εδώ που φτάσαμε είναι μόνο ένα μάτσο απρεπείς προτάσεις.Είναι μνήμες που πλαισιώνουν το παρόν μου,χωρίς να ελπίζουν πουθενά,επιβιώνοντας από τη κρυφή συλλογή στιγμών μου.
Οι σκιές που κάνουν τα χέρια μου δε μοιάζουν με πεταλούδες και χαρούμενες μορφές.Η σαρκοβόρα πλευρά του εαυτού μου...Κοιτάει το σώμα και το κορμί,την αόριστη σάρκα και μορφή.Ψυχή δεν υπάρχει στις κινήσεις του.Ψυχή δε θα υπάρξει στις υποσχέσεις και στα όνειρα του.
Μα εγώ δε βιάζομαι.Ποτέ δε βιάστηκα.
Ο χρόνος είναι χρόνος
Ο χρόνος είναι το είδωλο μου στο καθρέφτη του παιδικού μου δωματιου.
Δε βιάζομαι
Από ολα τα τσαλακωμένα μου χαρτιά
από όλες τις ιστορίες και τα ποιήματα
από όλες τις στιγμές και τις φράσεις
ένα είναι το αγαπημένο μου

"μου λείπεις"

και το πιο προσωπικό μου..
19 είχε ο μήνας τότε
Το σπίτι πια δεν είναι σπίτι
Δεν έχει το άρωμα λεβάντας και μέντας.

Τα βιβλία πια δεν είναι βιβλία
Δεν ταιριάζει η τσάκιση στις σελίδες τους.

Το ραδιόφωνο πια δεν είναι ραδιόφωνο
Δεν ξεχωρίζεις τον λόγο απ΄τη γλώσσα.

Οι άνθρωποι πια δεν είνα άνθρωποι
Δεν σου μοιάζουν στο ελάχιστο.

Από τότε που αποφάσισες να φύγεις
τίποτα δεν είναι σωστό.

Τίποτα κατανοητό
Τίποτα
Τίποτα
Τίποτα
Τίποτα
Τίποτα
Τίποτα
Τίποτα
Τίποτα
Τίποτα
Έτσι φτάσαμε στο τώρα;
Όχι,όχι.Φυσικά και όχι
Η αγκαλιά είναι ακόμα αγκαλιά
Το φιλί είναι ακόμα φιλί
Και εσύ..
Και εσύ είσαι ακόμα εσύ..
Σαν ξεριζωμένα τμήματα του χώρου σου,
περιορίζοντας τον ουρανό και τον καθαρό μου αέρα..
περιττά μπαλκόνια αγκιστρωμένα στα κτίρια,
δειλά κάνοντας σκιά σε πρόχειρα πεζοδρόμια, φωλιάζουν στη γιορτινή μας αφέλεια το κιτς των ανθρώπινων ψευδαισθήσεων..
Λες και βάλαμε στη πρίζα το κόκκινο χαμόγελο μας
και τραγουδώντας το κρεμάσαμε στα σκουριασμένα κάγκελα.

Οι ήχοι που έκαναν οι χάντρες στα φθηνά σου βραχιόλια,
και τα κορδόνια των κοινών παπουτσιών σου,
σαν τα σύννεφα πριν βρέξει.


Πάντα επιβλητικότητα και μόνο βροχή.
Σε έχω κλείσει σε ένα κουτάκι.Δε μιλάς πολύ,ακούς πάντα ότι σου λέω,μ'αγαπάς ,θα κανες τα πάντα για μένα,τα βράδια μου τραγουδάς Λοίζο για να με πάρει ο ύπνος,χασκογελάς με το σάλιο που βρέχει το μαξιλάρι μου και χαιδεύεις τα μαλλιά μου-θέε μου τι ζεστή επαφή- όταν κάποιος με προδίδει.

Κάποτε όλο σε λεγα μπαμπά και μπαμπά,μα στη προσπάθεια μου να ισορροπήσω στα κόκκινα τακούνια,ποδοπότησα άγρια ότι απέμεινε από κείνη τη λέξη.

Πλέον βρίσκω διάφορα ονόματα να σε φωνάξω,διάφορα γράμματα να στριμώξω σε κεινο το κουτί.Στην αρχή,είχα όρεξη πολύ και μετακινούσα με περίσσια φροντίδα όλο το καπάκι,έφτιαχνα στοργικά το άσπρο σατέν και σε τοποθετούσα στη στάση που σε βολεύει.Και ύστερα δε με ένοιαζε τι και πως αρκεί να ήσουν το κουτί μου,το κουτάκι μου.

Μετά ξεβολεύτηκες-έκανε ζέστη λες εκεί μέσα και η υγρασία σου τζάκιζε τα πλευρά- και όλο φώναζες να σε βγάλω.Θιγμένος ο δείκτης μου σε έσπρωξε στο "δε-με-νοιάζει-τι-κάνεις-μετά-από-μένα"και έκλεισα το καπάκι.Θυμωμένη με την ευκολία που βόλεψα κάποιον στο κουτί μου,θυμωμένη με την ευκολία που στρίμωξα κάποιον στις απαιτήσεις μου,πήρα το κόκκινο τακούνι και χάραξα μια λεπτή γραμμή στην επιφάνεια του ξύλινου κουτιού.

Για γράμματα συγκεκριμένων διαστάσεων και ονόματα συγκεκριμένου μήκους.
Για να μην πίεζω και να μην πιέζομαι.

Μα ξέρεις,βλέπω πως οι μέρες τρέχουν ξαφνικά,πως δε προλαβαίνω καν τη σκόνη να πάρω-έστω τα πάνω πάνω-δε προλαβαίνω καν να σκεφτώ αν πια μου αρέσει ο Λοίζος ή θέλω Χατζιδάκη,αν πια θέλω να με χαιδεύεις γιατί με πρόδωσαν και όχι γιατί τους πρόδωσα.

Μα είναι αργά πάλι,κοντεύει μεσάνυχτα.Άσε με μόνο να χωθώ στο μάλλινο πουλόβερ σου και μόνο για απόψε να σε πω μπαμπά,μπαμπάκα μου γιατί φοβάμαι μωρέ,αλήθεια φοβάμαι.
Η σταματημένη εικόνα και τα παγωμένα λόγια,
τα ακίνητα περιστέρια μόλις λίγα εκατοστά πάνω από το έδαφος,
εκφράσεις και αγκαλιές γαντζωμένες στο πέρασμα του χρόνου.
Και όλα αυτά,όμορφα βαλμένα στο παράθυρο του παλιού νοσοκομείου.

Όταν βγαίνεις από δω όλα ξεκινάνε από κει που τ΄άφησες.

Δεν χάνεται τίποτα.

Ούτε καν η επανάληψη.



Το παλιό πλοίο για το νησί των ονείρων,η πέτρινη προβλήτα και η ζεστή σου αγκαλιά.
Ο κοντός κύριος με τα γυαλιά,το μεγάλο καφέ σκυλί και αυτά που μου δωσες.
Τα τσαλακωμένα μου χαρτιά,τα πρόχειρα σκίτσα μου και κάπου κάπου τα λόγια σου.

Κάθε μου ανάμνηση ποτισμένη από το όνομα σου.

Κάθε μου στιγμή αρωματισμένη από τα μαλλιά σου.

Αν με ρωτήσεις τι θέλω να κάνω θα σου πω

"να περάσει"

Και όλα να γίνουν έτσι:

Το παλιό πλοίο για το νησί των ονείρων,η πέτρινη προβλήτα.
Ο κοντός κύριος με τα γυαλιά,το μεγάλο καφέ σκυλί .
Τα τσαλακωμένα μου χαρτιά,τα πρόχειρα σκίτσα μου.

Κάθε μου ανάμνηση..
Κάθε μου στιγμή..
Οι παλάμες μου γεμάτες χώμα.
Το πρόσωπο μου μουτζουρωμένο.
Πονάνε τα πλευρά μου και ανασαίνω αργά.
Ουρλιάζει ο κόσμος που θαψα μέσα του τα πάντα σου.


Οι πρώτες μου φράσεις
οι πρώτες μου λέξεις
δεν έχουν να πουν σε κανέναν τίποτα.

Αλλά καμιά στιγμή,
σε κάποια υπόνοια
θα καταλάβεις
πως
το τίποτα είναι καλύτερο απ' το όλα.
Αν με σκεφτώ σα μια μακρυνή ύπαρξη με το παρελθόν της φορτωμένο στη πλάτη,τότε ήδη γνωρίζω πως ποτέ δε θα ζήσω ως αυτό που σκεφτόμουν και ζήλευα.


Ήδη έκανα,διάλεξα και είπα.
Γίναμε όλοι σκηνές φθηνής παραγωγής,
δύο ζευγάρια όρθια πληρωμένα πόδια
να περπατάμε βιαστικά,να κλωτσάμε τις γάτες
και να βολεύουμε τις πρόστυχες ορμές μας κάθε Πέμπτη στις 9.
Κρατάω στην αγκαλιά μου ένα μικρό μαλλιαρό σκυλί,κάθομαι δίπλα σου και οι παγωμένες πατούσες μας ενώνονται.Εσύ,κρατάς στο χέρι ένα ποτήρι κρασί και σιγοτραγουδάς το αγαπημένο σου κομμάτι..

"How many roads.."

Bλέπουμε υποτίθεται ταινία.Το dvd έχει κολλήσει εδώ και ώρες σε μια συγκεκριμένη σκηνή και αφού κουβεντιάσαμε για την αθλια ποιότητα των ταινιών και στολίσαμε με απαράδεκτες λέξεις του υπαλλήλους,συνεχίσαμε να κοιτάμε υπνωτισμένοι την οθόνη μη έχοντας κάτι άλλο να πούμε.

"..must a man walk down.."

O καθένας έχει τα δικά του,τα πολύ δικά του,που δε θέλει να μοιραστεί-όχι επειδή δε νιώθει την αναγκή-αλλά σαν να είνα κάτι απαγορευμένο απο φύση ,ο οργανισμός γεννά μια είδους αντιπάθεια σε ανοίγματα κ πολλά πολλά λόγια.

"..Before you call him a man?.."

Σε είχα όμως ανάγκη σήμερα για αυτό σου είπα να έρθεις.Αρκεί που κάθεσαι δίπλα μου και έφερες και το μικρό μαλλιαρό σκυλί στην αγκαλιά μου.
Το κρασί ήταν δικό μου ότι και να λες.Και πρώτη φορά πίνω λευκό.Και μόνο από το ποτήρι σου.

"..Yes, 'n' how many seas must a white dove sail.."

Σε κοίταζα και αναρωτιόμουν τι είναι πια ψέμα και αλήθεια.Τι είναι πια οι άνθρωποι και κάνουν τόσο ανάκατα τα πράγματα.Ποιες αλήθειες να πιστέψω και ποιά ψέματα..Τι με συμφέρει,τι με βολεύει και τι μου ταιριάζει..

"..Before she sleeps in the sand?.."

Σε κοίταζα και αναρωτιόμουν πως η απόλυτη ειλικρίνια που ώρες ώρες σου εμπιστεύομαι ίσως είναι τελικά και το απόλυτο ψέμα που το κεφάλι μου κατασκεύασε.Ίσως η μόνη αλήθεια που έχεις είναι αυτή του εαυτού σου και καμία άλλη.Ίσως δεν υπάρχουν άνθρωποι που λένε ψέματα.Ίσως υπάρχουν άνθρωποι που απλά δε λένε την αλήθεια.

Όχι επειδή δε θέλουν.Απλά να,δε μπορούν..

"..Yes, 'n' how many times must the cannon balls fly.."

Το ποτήρι χτυπάει στιγμιαία στο δόντι σου και τινάζεσαι..Κάτι πήγες να πεις και μετανιώνεις.Κοιτάς με τάχα ενδιαφέρον τη παγωμένη σκηνή στη τηλεόραση.Μετά θα σε ρωτήσω πως σου φάνηκε "καλή θα μου πεις" και θα συμφωνήσω.Θα συμφωνήσω.Άριστη σκηνοθεσία και φωτογραφία.Άριστες ερμηνείες και μοναδικός φωτισμός.

"..Before they're forever banned?.."

Το τηλέφωνο χτυπάει.Πάρος,Κρήτη,Αθήνα,Εύβοια,Καβάλα,Θεσσαλονίκη όλοι πατάνε έναν ρημαδοαριθμό,όλοι φτιάχνουν τη φωνή τους πριν χτυπήσει,όλοι το κλείνουν ευτυχισμένοι,όλοι αποκοιμιούνται κλαίγοντας.Και;

"..The answer, my friend, is blowin' in the wind.."

Και όλοι έχουν τα πως και τα γιατί τους και όλοι έχουν κάτι να σου πουν στην ιστορία τους χωρίς ψέματα και αλήθειες.
Και αν μονο κάτι έπρεπε να ορίσουν σα τη μοναδική αλήθεια που τραντάζει τα σπλάχνα τους αυτό θα ήταν ένα παραπονιάρικο "μου λείπεις".Αφού κλείσει το τηλέφωνο,πριν κλάψουν στο μαξιλάρι τους.

"..The answer is blowin' in the wind..."

Σου ακουμπάω το χέρι να σου δείξω πως όλα αυτά έχουν για μας νόημα.Δεν έχω μάθει να σ'αγκαλιάζω,να σε κοιτάζω και να σε φιλάω μα ξέρω πότε δεν είσαι καλά,πότε γελάς ψεύτικα και πότε αναστενάζεις.Ξέρω πως είμαι εδώ και είσαι εκεί επειδή έτυχε,ξέρω πως σε συνάντησα επειδή έτυχε αλλά αλήθεια σου λέω σε σκέφτομαι επειδή το επέλεξα,σε αγαπάω επειδή το επέλεξα,μου λείπεις επειδή έτσι..έτσι γίνεται.Έτσι πρέπει να γίνεται.


-Σηκώνεσαι να φύγεις με περίσια φορτωμένη στη πλάτη απογοήτευση για το πόσο αφελής μπορώ να γίνω ώρες ώρες και πριν φύγεις με ρωτάς "γιατί"-


Ανασηκώνω τους ώμους.The answer is blowin' in the wind.




για τους β,α και όποιον μπορέσει να το κάνει δικό του


Though my eyes could see I still was a blind man
Though my mind could think I still was a mad man
I hear the voices when I'm dreaming
I can hear them say...


Μπαίνει σιγά σιγά και ένας χειμώνας παρόμοιος.Kansas και λίγο αμαρέτο και είναι καλά το σήμερα.




Για αυτούς που ποτέ δε ταίριαξαν στο δυο,για αυτούς που τόσο μας μοιάζουν έτσι όπως μας φαντάστηκα μαζί,για αυτούς που τα δρομολόγια τρέχουν τη ζωή τους,για αυτούς κάνε το χειμώνα τους βράχια και σκέψου το χιόνι να ταν σπηλιά,να μείνουν εκεί,να μη φωνάζουν,να μη θυμούνται,να μη κλαίνε το Σάββατο το βράδυ για το πόσο γρήγορα θα φύγει η Κυριακή.


Και ίσως να είμαστε εγωιστές που τόσο κοντά δε μοιραζόμαστε τίποτα και τόσο μακρυά ζητάμε τα πάντα.

Και ίσως να ναι το άλλοθι μας αυτό το κρύο και αυτός ο καιρός και αυτός ο απίστευτα μακρύς δρόμος που πρέπει στα θέλω μας να διανύσουμε.
Ίσως και να ναι οι υποψίες μας πως η μοναξιά δεν φτιάχτηκε για άλλους παραμόνο για μας,και ανοίγοντας το ραδιόφωνο στο πιο κεφάτο μας τραγούδι να της φτιάξουμε διάθεση καλή μη μας βαρεθεί και φύγει.


Αλλά βέβαια.
ίσως να φταίω και εγώ
Γεμίζοντας τον ουρανό πολύχρωμες ομπρέλες.
Όμοιες ομπρέλες που διασταυρώνονται μα δε συναντιούνται.Στο σύρμα τους σκαλωμένες οι ιστορίες μας,στο ύφασμα λεκέδες των ταξιδιών μας.
Γεμίζοντας το πεζοδρόμιο χνάρια και βήματα,και τινάζοντας τις παλάμες από τα παράπονα μας, ταίζουμε τα περιστέρια.
Ονομάζοντας τη μέρα Σάββατο, σταυροπόδι στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο.

Η διαδρομή και οι σταγόνες στο τζάμι.

Δε θέλω να κατέβω.

Γεμίσαμε τον ουρανό πολύχρωμες ομπρέλες.